δίαιτα


δίαιτα
образ жизни

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δίαιτα" в других словарях:

  • διαίτα — διαίτᾱ , δίαιτα way of living fem nom/voc/acc dual διαίτᾱ , διαιτάω treat pres imperat act 2nd sg διαίτᾱ , διαιτάω treat imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαίτᾳ — διαίτᾱͅ , δίαιτα way of living fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίαιτα — way of living fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίαιτα — Ονομασία των συνελεύσεων ορισμένων γερμανικών λαών (Φράγκων, Λογγοβάρδων κλπ.) και αργότερα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι οποίες λάμβαναν τις σοβαρότερες αποφάσεις για τη ζωή του κράτους (πόλεμος, ειρήνη, νόμοι, εκλογή βασιλιάδων κλπ.).… …   Dictionary of Greek

  • δίαιτα — η 1. τρόπος διατροφής που συνιστάται από γιατρό σε άρρωστο, για θεραπευτικούς σκοπούς: Στους διαβητικούς ο γιατρός πάντοτε επιβάλλει αυστηρή δίαιτα. 2. ο τρόπος καθημερινής διατροφής: Στην καθημερινότητά μου ακολουθώ ελαφριά δίαιτα. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δίαιτα — [диэта] ουσ. в. диета …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαιτᾷ — διαιτάω treat pres subj mp 2nd sg διαιτάω treat pres ind mp 2nd sg (epic) διαιτάω treat pres subj act 3rd sg διαιτάω treat pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαίτας — διαίτᾱς , δίαιτα way of living fem acc pl διαίτᾱς , δίαιτα way of living fem gen sg (doric aeolic) διαίτᾱς , διαιτάω treat imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτᾶι — διαιτᾷ , διαιτάω treat pres subj mp 2nd sg διαιτᾷ , διαιτάω treat pres ind mp 2nd sg (epic) διαιτᾷ , διαιτάω treat pres subj act 3rd sg διαιτᾷ , διαιτάω treat pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίαιθ' — δίαιτα , δίαιτα way of living fem nom/voc sg δίαιται , δίαιτα way of living fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίαιτ' — δίαιτα , δίαιτα way of living fem nom/voc sg δίαιται , δίαιτα way of living fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)